Πιο συγκεκριμένα, οι συγκρίσιμες πωλήσεις της Burberry αυξήθηκαν κατά 3% στο τρίμηνο έως τις 27 Δεκεμβρίου, ξεπερνώντας τις εκτιμήσεις των αναλυτών για άνοδο 2%, σύμφωνα με consensus που έχει καταρτίσει η εταιρεία. Στην Κίνα, οι πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 6% σε συγκρίσιμη βάση, με τη διοίκηση να κάνει λόγο για διψήφια ανάπτυξη στις πωλήσεις προς καταναλωτές της Gen Z.
Ο διευθύνων σύμβουλος Joshua Schulman, ο οποίος ανέλαβε τα ηνία της εταιρείας τον Ιούλιο του 2024 σε μια περίοδο πτωτικής πορείας των πωλήσεων, υλοποιεί σχέδιο αναστροφής με επίκεντρο τα εμβληματικά προϊόντα του οίκου – όπως οι καμπαρντίνες και τα κασκόλ – και την ανάδειξη της βρετανικής κληρονομιάς του brand, παράλληλα με πρόγραμμα περιορισμού κόστους. Υπενθυμίζεται ότι η Burberry είχε προχωρήσει πέρυσι σε μείωση του προσωπικού κατά 20%.
«Στην Κίνα ειδικά, η ανάπτυξη προήλθε σε μεγάλο βαθμό από τη Gen Z, κάτι που είχαμε επισημάνει και στο προηγούμενο τρίμηνο, αλλά επιταχύνθηκε σημαντικά καθώς μπήκαμε στην περίοδο αιχμής για outerwear και κασκόλ», ανέφερε ο Schulman σε τηλεδιάσκεψη με δημοσιογράφους. Αναλυτές της J.P. Morgan σημείωσαν ότι η ενημέρωση της εταιρείας ενδέχεται να λειτουργήσει καθησυχαστικά για τον ευρύτερο κλάδο πολυτελείας, «προσφέροντας ανακούφιση ως προς την εικόνα του ομίλου ειδικά στην Κίνα».

Σε επίπεδο κερδοφορίας, η εταιρεία εκτιμά ότι τα προσαρμοσμένα λειτουργικά κέρδη για το σύνολο της χρήσης θα διαμορφωθούν σύμφωνα με τη μέση εκτίμηση της αγοράς, στα 149 εκατ. στερλίνες (περίπου 200 εκατ. δολάρια). Θετικό στοιχείο αποτέλεσε και το γεγονός ότι η περίοδος εκπτώσεων ήταν φέτος μικρότερη και «ρηχότερη», με περισσότερους καταναλωτές να πληρώνουν πλήρη τιμή.
Παρά το γεγονός ότι η επισκεψιμότητα στα καταστήματα υποχωρεί διεθνώς, η οικονομική διευθύντρια Kate Ferry τόνισε ότι τα ποσοστά μετατροπής είναι ισχυρά, ένδειξη ότι όσοι επισκέπτονται τα καταστήματα ανταποκρίνονται θετικά στην ανανεωμένη πρόταση του brand.