Η επιλογή του υλικού δεν είναι απλώς η αισθητική, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική σύνδεσης του έργου με τον τόπο και την ιστορία του. Μέσα από τη ρυθμική επανάληψη, οι τούβλινες κολόνες μεταβαίνουν σταδιακά από συμπαγείς σε πιο διάτρητες. Το αρχιτεκτονικό γραφείο LANZA atelier περιγράφει τη στρατηγική αυτή ως μια «μεταφορική γέφυρα» ανάμεσα στην Ευρώπη και την Αμερική, βασισμένη όχι σε συμβολικές χειρονομίες, αλλά σε κοινές κατασκευαστικές λογικές και λαϊκές παραδόσεις δόμησης.
Σύμφωνα με τους αρχιτέκτονες, το Pavilion λειτουργεί ως «ένας μηχανισμός που ταυτόχρονα αποκαλύπτει και αποκρύπτει», καθορίζοντας τον τρόπο με τον οποίο οι επισκέπτες κινούνται, αντιλαμβάνονται και χρησιμοποιούν τον χώρο. Η προσέγγιση αυτή παραπέμπει στα ιστορικά αγγλικά fruit walls, κατασκευές που είχαν ως στόχο τη ρύθμιση του μικροκλίματος και τη δημιουργία προστατευόμενου περιβάλλοντος.

Μέσα από αυτή την αρχιτεκτονική ιστορία, το Pavilion αναδύεται ως μια κατασκευή από απλό τούβλο, δίνοντας έμφαση –όπως σημειώνουν οι δημιουργοί του– στη στοιχειώδη ικανότητα της αρχιτεκτονικής να διαμορφώνει χώρους συνάντησης και κοινωνικής αλληλεπίδρασης.
Σε μια περίοδο όπου η βιωσιμότητα, η επαναξιολόγηση των υλικών και η σχέση αρχιτεκτονικής και δημόσιου χώρου βρίσκονται στο επίκεντρο, το έργο επαναφέρει στο προσκήνιο τη διαχρονική αξία της λιτής κατασκευής και της συλλογικής εμπειρίας.