Η ασφαλής και αδιάλειπτη παροχή του, εξηγεί η εταιρεία Schneider Electric, εξαρτάται από εκτεταμένα και αλληλοσυνδεόμενα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης, τα οποία όμως σήμερα βρίσκονται αντιμέτωπα με μια ταχέως κλιμακούμενη απειλή: τις κυβερνοεπιθέσεις.
Από επιθέσεις ransomware έως οργανωμένες ενέργειες κρατικών φορέων, οι κυβερνοκίνδυνοι για τις υποδομές νερού δεν αποτελούν πλέον θεωρητικό σενάριο αλλά είναι υπαρκτοί, διασυνοριακοί και δοκιμάζουν την ανθεκτικότητα βασικών δημόσιων υπηρεσιών. Για τις διοικήσεις οργανισμών ύδρευσης και αποχέτευσης, η κυβερνοασφάλεια αναδεικνύεται πλέον σε στρατηγική προτεραιότητα.
Γιατί οι υποδομές νερού γίνονται στόχος
Οπως εξηγεί η Schneider Electric, τα δίκτυα ύδρευσης συγκαταλέγονται όλο και συχνότερα στους στόχους κυβερνοεγκληματιών, με διαφορετικά κίνητρα το οικονομικό όφελος μέσω ransomware, η γεωπολιτική αποσταθεροποίηση από κρατικούς δρώντες και οι ακτιβιστικές ενέργειες (hacktivism) με περιβαλλοντικό ή πολιτικό υπόβαθρο.
Οι συνέπειες τέτοιων επιθέσεων υπερβαίνουν κατά πολύ το λειτουργικό κόστος ή την προσωρινή διακοπή υπηρεσιών. Αγγίζουν τη δημόσια υγεία, την οικονομική σταθερότητα και την εθνική ασφάλεια. Από το 2020 έχουν καταγραφεί περισσότερες από 30 κυβερνοεπιθέσεις σε δίκτυα πόσιμου νερού και αποχέτευσης διεθνώς, ενώ μόλις πρόσφατα η Πολωνία απέτρεψε επίθεση στο υδροδοτικό σύστημα μεγάλης πόλης.
Ωστόσο, δεν ήταν όλες οι περιπτώσεις εξίσου επιτυχείς στην άμυνα. Το 2024, η Southern Water στο Ηνωμένο Βασίλειο ανακοίνωσε παραβίαση δεδομένων, κατά την οποία υποκλάπηκαν προσωπικά στοιχεία έως και 470.000 πελατών. Η επίθεση ransomware κόστισε στην εταιρεία πάνω από 4,5 εκατ. στερλίνες, αναδεικνύοντας το υψηλό οικονομικό και λειτουργικό ρίσκο.
Πέρα από τα οικονομικά δεδομένα, οι οργανισμοί ύδρευσης διαχειρίζονται ευαίσθητες πληροφορίες, όπως καταναλωτικά πρότυπα, στοιχεία τιμολόγησης και χάρτες κρίσιμων υποδομών, οι οποίες μπορούν να αξιοποιηθούν τόσο για οικονομική απάτη όσο και για σχεδιασμό φυσικών επιθέσεων.
Όταν ο κυβερνοχώρος απειλεί τη δημόσια υγεία
Σε ακραία σενάρια, οι κυβερνοεπιθέσεις μπορούν να οδηγήσουν ακόμη και σε αλλοίωση της ποιότητας του νερού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η επίθεση το 2021 σε μονάδα επεξεργασίας νερού στη Φλόριντα, όπου χάκερ επιχείρησαν να αυξήσουν επικίνδυνα τα επίπεδα υδροξειδίου του νατρίου. Η έγκαιρη παρέμβαση χειριστή απέτρεψε τα χειρότερα, όμως το περιστατικό κατέδειξε τις δυνητικά καταστροφικές επιπτώσεις. Απέναντι στην αυξανόμενη απειλή, οι ρυθμιστικές αρχές εντείνουν τις απαιτήσεις. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οδηγία NIS2 επεκτείνει τις υποχρεώσεις κυβερνοασφάλειας τόσο στα συστήματα πληροφορικής (IT) όσο και στα λειτουργικά συστήματα (OT), καλύπτοντας κρίσιμες υποδομές όπως η ύδρευση και η αποχέτευση.
Στη Βόρεια Αμερική, η Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος (EPA) και η CISA έχουν προειδοποιήσει για σοβαρά κενά ασφαλείας σε συστήματα ελέγχου (SCADA), ιδίως λόγω μη ασφαλών διεπαφών ανθρώπου–μηχανής (HMI). Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις τους, περισσότερα από 300 υδροδοτικά συστήματα στις ΗΠΑ αντιμετωπίζουν κρίσιμες ή υψηλής προτεραιότητας κυβερνοευπάθειες.
Την ίδια ώρα, πολλά δίκτυα νερού εξακολουθούν να λειτουργούν με παλαιά συστήματα SCADA, σχεδιασμένα με γνώμονα τη λειτουργικότητα και όχι την ασφάλεια. Οι ειδικοί υπογραμμίζουν την έλλειψη κρυπτογράφησης, ελέγχου πρόσβασης και μηχανισμών ανίχνευσης εισβολών, σε συνδυασμό με τη σταδιακή ενσωμάτωση IoT και απομακρυσμένης πρόσβασης η οποία διευρύνει δραστικά την επιφάνεια επίθεσης.
Οι δήμοι και οι φορείς διαχείρισης βρίσκονται έτσι αντιμέτωποι με έναν συνδυασμό γηρασμένων υποδομών, αυξανόμενης ψηφιακής πολυπλοκότητας και ολοένα πιο εξελιγμένων απειλών.
Σε μια εποχή αυξανόμενων κλιματικών, γεωπολιτικών και ψηφιακών κινδύνων, η ανθεκτικότητα των δικτύων νερού αναδεικνύεται σε κρίσιμο παράγοντα όχι μόνο για τη βιωσιμότητα των οργανισμών, αλλά και για τη συνολική οικονομική και κοινωνική σταθερότητα.