Προσιτή στέγη: Η ελληνική πρόκληση και οι διεθνείς πρακτικές
Προσιτή στέγη: Η ελληνική πρόκληση και οι διεθνείς πρακτικές

Προσιτή στέγη: Η ελληνική πρόκληση και οι διεθνείς πρακτικές

Share Copy Link
RE+D magazine
19.01.2026

Η προσιτή στέγη αναδεικνύεται σε μία από τις σοβαρότερες κοινωνικοοικονομικές προκλήσεις στην Ελλάδα, καθώς η δυναμική της αγοράς κατοικίας που ενισχύεται από ξένες επενδύσεις και τη ζήτηση που προέρχεται από τον τουρισμό έρχεται όλο και συχνότερα σε σύγκρουση με τις δυνατότητες των νοικοκυριών σύμφωνα πρόσφατη μελέτη για τη Στέγαση της διαΝΕΟσις, η οποία πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με το Ιδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ)

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, το 2024 τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούσαν κατά μέσο όρο το 35,5% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για στεγαστικές δαπάνες, ποσοστό που αποτελεί το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση και υπερβαίνει κατά πολύ τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 19,2%. Η επιβάρυνση αυτή περιλαμβάνει ενοίκια ή δόσεις στεγαστικών δανείων, ενεργειακό κόστος, φόρους και λοιπά τέλη ακίνητης περιουσίας για την κύρια κατοικία.

Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι και το ποσοστό των νοικοκυριών που βρίσκονται σε κατάσταση υπέρμετρης επιβάρυνσης κόστους στέγασης. Περίπου το 30% των ελληνικών νοικοκυριών δαπανά πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για στέγαση, ποσοστό που τοποθετεί την Ελλάδα στη δυσμενέστερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ. Η υπέρμετρη αυτή επιβάρυνση συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο καθυστερήσεων πληρωμών, υπερχρέωσης και περιορισμένης δυνατότητας αποταμίευσης.

Η εικόνα διαφοροποιείται γεωγραφικά, με τα αστικά κέντρα να εμφανίζουν σαφώς μεγαλύτερη πίεση. Σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ για την Τράπεζα της Ελλάδος, τα νοικοκυριά στις αστικές περιοχές δαπανούν μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους για στέγαση σε σχέση με τα ημιαστικά και αγροτικά, κυρίως λόγω της υψηλής συγκέντρωσης ενοικιαστών. Οι ενοικιαστές, ειδικά στα μεγάλα αστικά κέντρα, επιβαρύνονται σημαντικά περισσότερο από τους ιδιοκτήτες.

Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα διατηρεί ακόμη σχετικά υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης, περίπου 70%, το ποσοστό αυτό έχει μειωθεί αισθητά την τελευταία δεκαετία. Το 2010 ήταν σχεδόν οκτώ ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο, γεγονός που καταδεικνύει τη σταδιακή υποχώρηση της ιδιοκατοίκησης ως κυρίαρχου μοντέλου στέγασης. Η υποχώρηση αυτή είναι εντονότερη στις νεότερες ηλικίες, καθώς το 67% των νέων ενηλίκων στην Ελλάδα εξακολουθεί να ζει με τους γονείς του, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat για το 2024.

Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα διαθέτει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά κενών κατοικιών στην Ευρώπη. Περίπου το 35% του συνολικού στεγαστικού αποθέματος παραμένει κενό, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή της ΕΛΣΤΑΤ. Το φαινόμενο αυτό συνδέεται τόσο με την κληρονομιά της οικονομικής κρίσης και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, όσο και με ιδιοκτησιακές εκκρεμότητες, παλαιότητα κτιρίων και χαμηλά κίνητρα επαναδιάθεσης.

Η δυναμική της αγοράς κατοικίας έχει αλλάξει σημαντικά μετά το 2018. Μετά τη μεγάλη πτώση των τιμών κατά την περίοδο της χρηματοπιστωτικής κρίσης και της κρίσης χρέους, οι τιμές των οικιστικών ακινήτων βρίσκονται σε σταθερά ανοδική πορεία. Η άνοδος αυτή συνδέεται με την αύξηση των επενδύσεων στην κατοικία, τις άμεσες ξένες επενδύσεις, το πρόγραμμα της Χρυσής Βίζας και τη ραγδαία ανάπτυξη των βραχυχρόνιων μισθώσεων.

Οι βραχυχρόνιες μισθώσεις, σε συνδυασμό με την τουριστική αναζωογόνηση της τελευταίας δεκαετίας, έχουν μειώσει τη διαθεσιμότητα κατοικιών για μακροχρόνια μίσθωση, ιδιαίτερα σε περιοχές υψηλής τουριστικής ζήτησης. Το γεγονός αυτό έχει συμβάλει άμεσα στην αύξηση των ενοικίων, επιβαρύνοντας περαιτέρω τους προϋπολογισμούς των νοικοκυριών.

Τέλος, η Ελλάδα εμφανίζει ιστορικά χαμηλές δημόσιες δαπάνες για στέγαση σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η κατάργηση του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας το 2012 δημιούργησε ένα διαχρονικό κενό σε φορείς μαζικής κοινωνικής στέγασης, 

Η Ελλάδα εμφανίζει ιστορικά χαμηλές δημόσιες δαπάνες για στέγαση σε σύγκριση με την ΕΕ, ενώ η κατάργηση του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας το 2012 δημιούργησε ένα διαχρονικό κενό στην κοινωνική κατοικία  Η κάλυψη των στεγαστικών αναγκών βασίστηκε κυρίως στην οικογένεια και στην ιδιωτική αγορά, μοντέλο που πλέον δείχνει τα όριά του.

Την ίδια στιγμή, διεθνείς πρακτικές δείχνουν διαφορετικές προσεγγίσεις στη διαχείριση της στεγαστικής κρίσης. Σε χώρες όπως η Αυστρία, η Γαλλία, η Δανία και η Ολλανδία, η κοινωνική στέγαση αποτελεί διαχρονικά βασικό πυλώνα της στεγαστικής πολιτικής. Μεγάλο μέρος του οικιστικού αποθέματος ανήκει σε δημόσιους ή μη κερδοσκοπικούς φορείς, με ελεγχόμενα ενοίκια και σαφή εισοδηματικά κριτήρια, λειτουργώντας εξισορροπητικά για ολόκληρη την αγορά.

Χώρες με πιο περιορισμένη παράδοση κοινωνικής στέγασης, όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία, προχωρούν τα τελευταία χρόνια στη δημιουργία νέων οργανισμών, στην αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας και στην παροχή οικονομικών κινήτρων για την αύξηση της προσφοράς προσιτής κατοικίας. Ακόμη και σε αγορές με ισχυρή παρουσία του ιδιωτικού τομέα, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και οι ΗΠΑ, οι κυβερνήσεις παρεμβαίνουν μέσω χρηματοδότησης, ρυθμιστικών πλαισίων και ειδικών προγραμμάτων για ευάλωτες ομάδες.