Σύμφωνα με το Υπουργείο Τουρισμού θεσμοθετείται για πρώτη φορά ένα αναλυτικό και δεσμευτικό πλαίσιο λειτουργίας, κατάταξης και τεχνικών προδιαγραφών για τις οργανωμένες τουριστικές κατασκηνώσεις πολυτελούς διαβίωσης, το λεγόμενο glamping, ρυθμίζοντας έναν κλάδο που μέχρι σήμερα κινούνταν σε γκρίζες ζώνες.
Συγκεκριμένα, κάθε δομή φιλοξενίας glamping έχει ανώτατη δυναμικότητα τέσσερις κλίνες για ενήλικες και δύο επιπλέον για παιδιά, ενώ οι δομές πρέπει να τοποθετούνται σε απόσταση τουλάχιστον 10 μέτρων μεταξύ τους, ώστε να διασφαλίζεται ιδιωτικότητα και αίσθηση απομόνωσης στη φύση.
Για να διατηρηθεί η φυσική ομορφιά και να προστατευτεί το τοπίο, ορίζεται ελάχιστη φύτευση του χώρου του τουριστικού καταλύματος για σκίαση σε τουλάχιστον 50% της έκτασης.
Η μετακίνηση εντός του τουριστικού καταλύματος θα πρέπει να γίνεται με τρόπο φιλικό στο περιβάλλον που να διασφαλίζει την άνεση και την ασφάλεια των φιλοξενούμενων.
Το νέο πλαίσιο ενσωματώνει πλήρως τις διατάξεις του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού για την προσβασιμότητα. Κάθε οργανωμένη τουριστική κατασκήνωση glamping υποχρεούται να εξασφαλίζει αυτόνομη και ασφαλή πρόσβαση σε όλους τους χώρους για άτομα με αναπηρία, ενώ τουλάχιστον το 5% των δομών φιλοξενίας πρέπει να είναι ειδικά σχεδιασμένο για ΑμεΑ.
Για νέες εγκαταστάσεις απαιτείται μάλιστα ειδική μελέτη προσβασιμότητας, γεγονός που ανεβάζει τον πήχη σχεδιασμού από το στάδιο της αδειοδότησης.
Το glamping κατατάσσεται αποκλειστικά σε κατηγορίες τεσσάρων (4) και πέντε (5) αστέρων**, αποκλείοντας χαμηλότερες ποιοτικές βαθμίδες.
Η κατάταξη προϋποθέτει την πλήρωση υποχρεωτικών τεχνικών και λειτουργικών προδιαγραφών, αλλά και τη συγκέντρωση μορίων από προαιρετικά ποιοτικά κριτήρια:
- 6.000 μόρια για κατηγορία 4*
- 7.000 μόρια για κατηγορία 5*
Για την κατάταξη ακολουθείται η διαδικασία της υπ’ αρ. 4418/05.03.2019 απόφασης του Υπουργού Τουρισμού «Έκδοση πιστοποιητικού κατάταξης σε ξενοδοχεία, οργανωμένες τουριστικές κατασκηνώσεις καθώς και σε ενοικιαζόμενα επιπλωμένα δωμάτια - διαμερίσματα (ΕΕΔΔ) σε κατηγορίες αστέρων και κλειδιών αντίστοιχα» (Β’ 972).