Η Ελλάδα είναι ο μεγαλύτερος δικαιούχος του ΤΑΑ ως ποσοστό του ΑΕΠ, με τους συνολικούς διαθέσιμους πόρους να αντιστοιχούν περίπου στο 16% του ΑΕΠ του 2023, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ-27 διαμορφώνεται μόλις στο 3,7%. Σε απόλυτα μεγέθη, οι πόροι ανέρχονται σε περίπου 36 δισ. ευρώ, εκ των οποίων σχεδόν τα μισά αφορούν επιχορηγήσεις και τα υπόλοιπα δάνεια. Η μεγάλη αυτή αναλογία καταδεικνύει τη σημασία του ΤΑΑ για την ελληνική οικονομία, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει τις απαιτήσεις ως προς την αποτελεσματική και έγκαιρη υλοποίησή του.
Ως προς τις εκταμιεύσεις, μέχρι τις αρχές Ιανουαρίου 2026 η Ελλάδα είχε απορροφήσει περίπου το 65% των συνολικών εγκεκριμένων πόρων, ποσοστό ελαφρώς υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ-27, κατατάσσοντάς τη στην 9η θέση μεταξύ των κρατών-μελών. Η επίδοση αυτή θεωρείται ικανοποιητική, αν και χαμηλότερη σε σχέση με προηγούμενα έτη, καθώς στο τέλος του 2023 η Ελλάδα βρισκόταν σε υψηλότερες θέσεις στην ευρωπαϊκή κατάταξη. Η σχετική υποχώρηση αντανακλά το γεγονός ότι οι επόμενες φάσεις υλοποίησης του ΤΑΑ είναι πιο απαιτητικές.
Αναφορικά με την επίτευξη οροσήμων και στόχων, η Ελλάδα έχει ολοκληρώσει περίπου το 47% του συνόλου, ποσοστό ελαφρώς χαμηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ-27 (περίπου 49%), γεγονός που την κατατάσσει στη 17η θέση. Η διαφορά αυτή υποδηλώνει ότι, αν και η χώρα κινείται κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, δεν συγκαταλέγεται στις χώρες με τις υψηλότερες επιδόσεις, όπως η Αυστρία, η Γαλλία, η Δανία ή η Ιταλία, οι οποίες συστηματικά καταλαμβάνουν τις πρώτες θέσεις στην κατάταξη.

Η σύγκριση ανά πυλώνα πολιτικής αποκαλύπτει μια πιο σύνθετη εικόνα. Η Ελλάδα υπερέχει του μέσου όρου της ΕΕ-27 στους πυλώνες της «Έξυπνης, βιώσιμης και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης» και της «Πράσινης μετάβασης», γεγονός που καταδεικνύει σχετική πρόοδο σε επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις που συνδέονται με την ανάπτυξη και την ενεργειακή μετάβαση. Αντίθετα, υστερεί σε σημαντικούς τομείς όπως ο «Ψηφιακός μετασχηματισμός», η «Κοινωνική και εδαφική συνοχή», η «Υγεία και θεσμική ανθεκτικότητα» και κυρίως οι «Πολιτικές για την επόμενη γενιά», όπου καταγράφεται ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά ολοκλήρωσης στην ΕΕ. Σε αυτούς τους πυλώνες, αρκετές χώρες έχουν ήδη ξεπεράσει το 50% ολοκλήρωσης, ενώ η Ελλάδα παραμένει αισθητά χαμηλότερα.
Οι διαφοροποιήσεις αυτές δεν αποτελούν ελληνική ιδιαιτερότητα, καθώς αρκετά κράτη-μέλη αντιμετωπίζουν παρόμοιες δυσκολίες. Ωστόσο, οι αιτίες των καθυστερήσεων στην Ελλάδα, όπως και στην ΕΕ συνολικά, σχετίζονται με την αυξημένη πολυπλοκότητα των μεταρρυθμίσεων, τις καθυστερήσεις σε δημόσιες συμβάσεις, τις πληθωριστικές πιέσεις, τις ελλείψεις στην εφοδιαστική αλυσίδα και ζητήματα διοικητικής ικανότητας. Καθώς τα εναπομείναντα ορόσημα αφορούν κυρίως την ολοκλήρωση μεγάλων έργων και όχι απλές θεσμικές παρεμβάσεις, η υλοποίηση γίνεται πιο απαιτητική.
Σε ό,τι αφορά την πορεία εκταμιεύσεων την περίοδο 2021-2024, η Ελλάδα εμφανίζει καλύτερη επίδοση από τον μέσο όρο της ΕΕ-27 στο σκέλος των δανείων, τόσο σε ετήσια όσο και σε σωρευτική βάση. Στις επιχορηγήσεις, ωστόσο, η χώρα υπολείπεται του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ιδίως το 2024, γεγονός που υποδηλώνει δυσκολίες στην ταχύτερη ενεργοποίηση δημόσιων και συγχρηματοδοτούμενων δράσεων.
Η εικόνα είναι λιγότερο ευνοϊκή όσον αφορά τη χρήση των πόρων από τους τελικούς δικαιούχους. Η Ελλάδα έχει χρησιμοποιήσει μικρότερο ποσοστό των διαθέσιμων επιχορηγήσεων σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ-27, ενώ στο σκέλος των δανείων κινείται οριακά καλύτερα. Παρ’ όλα αυτά, τα τελευταία έτη καταγράφεται σαφής βελτίωση, καθώς τα ετήσια ποσοστά χρήσης στην Ελλάδα υπερβαίνουν πλέον τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που δείχνει επιτάχυνση της υλοποίησης.
Τέλος, ως προς την κατανομή των πόρων, η Ελλάδα ξεχωρίζει θετικά σε σύγκριση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των επιχορηγήσεων κατευθύνεται σε κεφαλαιουχικές δαπάνες και επενδυτικές επιχορηγήσεις, ποσοστό από τα υψηλότερα στην ΕΕ-27. Αντίστοιχα, τα δάνεια κατευθύνονται σχεδόν αποκλειστικά σε χρηματοοικονομικά εργαλεία μέσω του τραπεζικού συστήματος, στηρίζοντας τον ιδιωτικό τομέα.
Το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) αποτελεί τον βασικό μηχανισμό χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη στήριξη των κρατών-μελών μετά την πανδημία, με στόχο την ενίσχυση της ανάπτυξης, της ανθεκτικότητας και του διαρθρωτικού μετασχηματισμού των οικονομιών τους. Η λειτουργία του Ταμείου βασίζεται στην επίτευξη συγκεκριμένων οροσήμων και στόχων, η ολοκλήρωση των οποίων αποτελεί προϋπόθεση για την εκταμίευση πόρων. Στο πλαίσιο αυτό, η σύγκριση των επιδόσεων της Ελλάδας με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ-27 παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η χώρα συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους δικαιούχους πόρων αναλογικά με το μέγεθος της οικονομίας της.
Δεδομένης της μεγάλης βαρύτητας του ΤΑΑ για την ελληνική οικονομία, η επιτυχία του δεν θα κριθεί μόνο από την ταχύτητα απορρόφησης, αλλά κυρίως από το κατά πόσο οι πόροι θα μεταφραστούν σε διατηρήσιμη ανάπτυξη και ουσιαστική σύγκλιση με τις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρώπης.