Οπως λέει η εταιρεία η χρονιά χαρακτηρίστηκε από έντονη επιχειρηματική δραστηριότητα τόσο στην εγχώρια αγορά όσο και στο εξωτερικό, με τη στρατηγική συνεργασία με την Euronet στον τομέα των πληρωμών, καθώς και τη δρομολογημένη εξαγορά της HSBC Malta — υπό την αίρεση των απαραίτητων εποπτικών εγκρίσεων — να σηματοδοτούν τη διεύρυνση της διεθνούς παρουσίας της Τράπεζας.
Ισχυρή κερδοφορία και οργανική ανάπτυξη
Τα επαναλαμβανόμενα κέρδη προ προβλέψεων ανήλθαν σε €82,5 εκατ., αυξημένα κατά 88% σε ετήσια βάση, ενώ τα επαναλαμβανόμενα κέρδη προ φόρων διαμορφώθηκαν σε €57,8 εκατ., σημειώνοντας άνοδο 93% σε σχέση με το 2024, ως αποτέλεσμα της ενίσχυσης των οργανικών εσόδων και της βελτιστοποίησης της λειτουργικής βάσης κόστους.
Τα βασικά έσοδα του Ομίλου (καθαρά έσοδα από τόκους και προμήθειες) αυξήθηκαν κατά 63% και διαμορφώθηκαν σε €205,5 εκατ., ενώ τα επαναλαμβανόμενα λειτουργικά έσοδα ανήλθαν σε €225,9 εκατ., ενισχυμένα κατά 59% σε ετήσια βάση. Τα καθαρά έσοδα από τόκους ανήλθαν σε €168,3 εκατ. (+58%), αντανακλώντας την ισχυρή πιστωτική ανάπτυξη, ενώ τα καθαρά έσοδα από προμήθειες σχεδόν διπλασιάστηκαν, φθάνοντας τα €37,2 εκατ. (+96%) και αντιπροσωπεύοντας το 16,5% των επαναλαμβανόμενων εσόδων.
Ρεκόρ εκταμιεύσεων και πιστωτικής επέκτασης
Οι νέες εκταμιεύσεις ανήλθαν σε €3,4 δισ., αυξημένες κατά 47% σε ετήσια βάση και σημαντικά υψηλότερες από τον στόχο των €2,1 δισ. του επιχειρηματικού σχεδίου. Η καθαρή πιστωτική επέκταση διαμορφώθηκε σε ιστορικό υψηλό €1,1 δισ., υπερβαίνοντας τον ετήσιο στόχο και καταγράφοντας αύξηση 16% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Παράλληλα, τα κεφάλαια πελατών υπό διαχείριση ανήλθαν σε €832 εκατ., αυξημένα κατά 10% σε ετήσια βάση.
Ισχυρή ρευστότητα και κεφαλαιακή επάρκεια
Οι καταθέσεις του Ομίλου προσέγγισαν τα €6,8 δισ., αυξημένες κατά 11%, με την Τράπεζα να διατηρεί ισχυρούς δείκτες ρευστότητας, καθώς ο δείκτης δανείων προς καταθέσεις διαμορφώθηκε στο 66% και ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας (LCR) στο 162%. Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPE) διατηρήθηκε στο 2,9%, ενώ ο δείκτης κάλυψης ενισχύθηκε στο 48,2%. Σε επίπεδο κεφαλαιακής επάρκειας, ο δείκτης CET1 ανήλθε σε 11,0%, σημαντικά υψηλότερα από το ελάχιστο εποπτικό όριο, ενώ ο συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας (TCR) διαμορφώθηκε σε 17,4%.
Παρά την αύξηση των λειτουργικών εξόδων λόγω της απορρόφησης της πρώην Παγκρήτιας Τράπεζας, ο δείκτης κόστους προς επαναλαμβανόμενα έσοδα βελτιώθηκε στο 63,5% από 69,1% το 2024, με περαιτέρω βελτιώσεις να αναμένονται εντός του 2026 μετά την ολοκλήρωση της λειτουργικής συγχώνευσης και του εξορθολογισμού δικτύου.
Στρατηγικός μετασχηματισμός και επόμενη ημέρα
Η Διευθύνουσα Σύμβουλος της CrediaBank, Ελένη Βρεττού, χαρακτήρισε το 2025 «χρονιά επανεκκίνησης», σημειώνοντας ότι η Τράπεζα κινήθηκε ταυτόχρονα στους άξονες της ανάπτυξης και του μετασχηματισμού.
Όπως ανέφερε, η υιοθέτηση νέας εταιρικής ταυτότητας, η ολοκλήρωση της λειτουργικής συγχώνευσης, το νέο concept καταστημάτων, η δημιουργία του μεγαλύτερου δικτύου ΑΤΜ πανελλαδικά με 2.500 σημεία μέσω στρατηγικής συνεργασίας στον χώρο των πληρωμών, καθώς και η σχεδιαζόμενη επέκταση στη Μάλτα, αποτελούν βασικούς πυλώνες για την εδραίωση της CrediaBank στο νέο τραπεζικό τοπίο. Παράλληλα, η ισχυρή πιστωτική ανάπτυξη και το αυξανόμενο μερίδιο αγοράς επιβεβαιώνουν — σύμφωνα με τη διοίκηση — τη ζήτηση της πραγματικής οικονομίας για εναλλακτικές τραπεζικές λύσεις, τόσο σε επίπεδο επιχειρήσεων όσο και ιδιωτών, ενισχύοντας τη θέση της Τράπεζας στο εγχώριο και ευρωπαϊκό τραπεζικό οικοσύστημα.
