Σύμφωνα με το νέο Παρατηρητήριο Αξιών της GEOAXIS, η Μύκονος διατηρεί την πρώτη θέση στις πολυτελείς εξοχικές κατοικίες με διάμεση ζητούμενη τιμή 16.790 ευρώ/τ.μ., ακολουθούμενη από τη Σαντορίνη (13.943 ευρώ/τ.μ.) και την Πάρο (10.026 ευρώ/τ.μ.). Στην Κέα η διάμεση τιμή διαμορφώνεται στα 6.549 ευρώ/τ.μ., ενώ στη Σέριφο στα 3.984 ευρώ/τ.μ. Σε όλες τις αγορές καταγράφεται ετήσια αύξηση περίπου 4%-5,5%, γεγονός που αποτυπώνει τη συνεχιζόμενη ισχύ της premium αγοράς.

Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η απόσταση που χωρίζει τις πολυτελείς από τις τυπικές κατοικίες. Στη Σαντορίνη, μια κατοικία υψηλών προδιαγραφών αποτιμάται σχεδόν έξι φορές ακριβότερα από μια συμβατική εξοχική κατοικία, ενώ στη Μύκονο η διαφορά φθάνει τις 5,7 φορές. Η GEOAXIS εκτιμά ότι η αγορά των πολυτελών κατοικιών αντιπροσωπεύει μόλις το 5%-15% της συνολικής αγοράς, απευθυνόμενη κυρίως σε ξένους αγοραστές υψηλής οικονομικής επιφάνειας που είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν σημαντικά premiums για μοναδικά ακίνητα.

Ανοδικά κινούνται και οι τυπικές εξοχικές κατοικίες. Η Μύκονος παραμένει η ακριβότερη αγορά με διάμεση ζητούμενη τιμή 2.969 ευρώ/τ.μ., ενώ ακολουθούν η Πάρος (2.384 ευρώ/τ.μ.), η Σαντορίνη (2.363 ευρώ/τ.μ.), η Κέα (2.184 ευρώ/τ.μ.) και η Σέριφος (1.676 ευρώ/τ.μ.). Σε σχέση με το 2025, οι αυξήσεις κυμαίνονται από 3,1% έως 5,1%, ενώ η δεκαετής ανάλυση δείχνει ότι οι αξίες βρίσκονται πλέον στα υψηλότερα επίπεδα της τελευταίας δεκαετίας, με τη Μύκονο να εμφανίζει συνολική άνοδο 38,7% από το 2017 και τη Σέριφο 26,4%.

Η GEOAXIS επισημαίνει ότι η αγορά βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο. Η υπερδόμηση, η ανεπάρκεια βασικών υποδομών, η δυσκολία εύρεσης εργατικού δυναμικού, η αύξηση του κόστους κατασκευής και η κλιματική αλλαγή αποτελούν πλέον διαρθρωτικές προκλήσεις για τους κορυφαίους τουριστικούς προορισμούς. Παράλληλα, η αυστηροποίηση της εκτός σχεδίου δόμησης αναμένεται να περιορίσει τη νέα προσφορά, ενισχύοντας τις υπεραξίες των υφιστάμενων ακινήτων και των οικοπέδων με ώριμες οικοδομικές άδειες. Παρά τις πιέσεις αυτές, η εταιρεία εκτιμά ότι οι τιμές θα συνεχίσουν να αυξάνονται και τους επόμενους δώδεκα μήνες, πιθανότατα όμως με ηπιότερο ρυθμό, εφόσον δεν υπάρξει κάποια σημαντική γεωπολιτική ανατροπή.
