Όπως προκύπτει από την έκθεση, την οποία συνυπογράφουν και εκπροσωπούν περισσότερες από 3.500 ευρωπαϊκές εταιρείες ηλεκτρικής ενέργειας, οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυξήθηκαν κατά 22,8% μεταξύ Φεβρουαρίου και Αυγούστου 2026, όταν την ίδια περίοδο οι τιμές του φυσικού αερίου εκτινάχθηκαν κατά 88,4%.
Η διαφοροποίηση αυτή αποτυπώνει, σύμφωνα με την Eurelectric, τη μεγαλύτερη ανθεκτικότητα του ηλεκτρικού συστήματος απέναντι στις διακυμάνσεις των ορυκτών καυσίμων. Ενδεικτικά, μετά τον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ, οι τιμές του φυσικού αερίου αυξήθηκαν κατά 41% μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαΐου, ενώ οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ υποχώρησαν κατά 7%.
Στη συνέχεια, οι ακραίες θερμοκρασίες του καλοκαιριού άσκησαν εκ νέου ανοδικές πιέσεις στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Η άνοδος των τιμών του φυσικού αερίου, η χαμηλότερη παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας στη Σκανδιναβία, καθώς και η μειωμένη διαθεσιμότητα πυρηνικών μονάδων, λόγω υψηλών θερμοκρασιών ποταμών, χαμηλών υδάτινων αποθεμάτων και προγραμματισμένων εργασιών συντήρησης, επιβάρυναν την αγορά.
Καθαρή ηλεκτροπαραγωγή στο 72%
Καθοριστικός παράγοντας για τον περιορισμό των επιπτώσεων ήταν η υψηλή συμμετοχή των καθαρών πηγών στο ενεργειακό μείγμα. Σύμφωνα με την έκθεση, το 72% της ηλεκτροπαραγωγής στην ΕΕ το 2026 προήλθε από καθαρές πηγές, περιορίζοντας την έκθεση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας στις διακυμάνσεις των ορυκτών καυσίμων.
«Το 2026 σημειώθηκε σοβαρή διαταραχή των παγκόσμιων αγορών ενέργειας, αναδεικνύοντας για άλλη μια φορά τους κινδύνους της εξάρτησης από τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα», δήλωσε ο γενικός γραμματέας της Eurelectric, Kristian Ruby. Όπως ανέφερε, οι εξελίξεις αποτελούν ένδειξη ότι η ευρωπαϊκή επένδυση στην καθαρή ηλεκτρική ενέργεια ενισχύει την ανθεκτικότητα του ενεργειακού συστήματος.
Η Eurelectric επισημαίνει, ωστόσο, ότι η αύξηση της καθαρής παραγωγής δεν αρκεί από μόνη της. Για την πλήρη αξιοποίηση της εγχώριας ηλεκτρικής ενέργειας απαιτείται ταχύτερη ανάπτυξη υποδομών αποθήκευσης και ευελιξίας, ώστε η παραγωγή να μπορεί να προσαρμόζεται στις μεταβολές της ζήτησης.
Το παράδειγμα της Βουλγαρίας
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Βουλγαρία, όπου η ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης συνολικής ισχύος 5,4 GW συνδέεται με σημαντική βελτίωση της σχετικής θέσης των τιμών χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας.
Οι τιμές, από 21% υψηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ το 2024, ήταν μόλις 8,3% υψηλότερες το 2026, καθώς η αποθήκευση περιόρισε την ανάγκη προσφυγής σε ακριβότερες μονάδες ορυκτών καυσίμων στις ώρες αιχμής.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, πάντως, οι υποδομές αποθήκευσης παραμένουν ανεπαρκείς. Τα συστήματα μεγάλης κλίμακας ανέρχονταν σε 64 GW το 2025, ενώ ακόμη και με τις προγραμματισμένες προσθήκες 78 GW η συνολική δυναμικότητα παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από τον στόχο των 200 GW έως το 2030.
