28 Σεπ 2026

ΕΛΣΤΑΤ: Πάνω από €1.820 τον μήνα οι δαπάνες των νοικοκυριών – Πού πάνε τα χρήματα

  • RE+D Magazine

Αυξημένες κατά 5,5% ήταν το 2025 οι μέσες δαπάνες των ελληνικών νοικοκυριών για αγορές αγαθών και υπηρεσιών, καθώς το κόστος διαβίωσης εξακολουθεί να αποτυπώνεται στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, με τα τρόφιμα, τη στέγαση και τις μεταφορές να απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος των μηνιαίων δαπανών.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) από την Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών 2025, η μέση ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών για αγορές ανήλθε σε 21.842,40 ευρώ, ή 1.820,20 ευρώ τον μήνα, έναντι 1.724,54 ευρώ το 2024.

Σε ονομαστικούς όρους, η αύξηση ανήλθε σε 5,5%, ενώ σε σταθερές τιμές η μέση δαπάνη αυξήθηκε κατά 2,9%, δηλαδή κατά 611,93 ευρώ, με τον μέσο ετήσιο πληθωρισμό του 2025 να διαμορφώνεται στο 2,59%. Η μέση ετήσια δαπάνη ανά άτομο διαμορφώθηκε σε 9.225,12 ευρώ, αυξημένη κατά 484,92 ευρώ ή 5,5% σε σχέση με το 2024.

Τρόφιμα, στέγαση και μεταφορές στην κορυφή

Το μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού εξακολουθεί να κατευθύνεται σε βασικές ανάγκες. Τα είδη διατροφής και μη οινοπνευματώδη ποτά απορροφούν το 20,4% της μέσης δαπάνης, ενώ ακολουθούν η στέγαση με 14,7% και οι μεταφορές με 13,6%. Έπονται τα εστιατόρια, καφενεία και ξενοδοχεία με 11,8%, η υγεία με 7,6%, τα διαρκή αγαθά με 4,4% και τα είδη ένδυσης και υπόδησης με 4,9%.

Η μικρότερη συμμετοχή καταγράφεται στην κατηγορία «ασφάλειες και οικονομικές υπηρεσίες», με ποσοστό 2%. Σε σχέση με το 2024, οι μεγαλύτερες αυξήσεις στις δαπάνες καταγράφηκαν στα διαρκή αγαθά (+8,9%), στη στέγαση (+8,3%) και στην εκπαίδευση (+8,2%). Αντίθετα, οι δαπάνες για ασφάλειες και οικονομικές υπηρεσίες μειώθηκαν κατά 2,4%.

Ποια τρόφιμα ακριβαίνουν περισσότερο

Σημαντικές διαφοροποιήσεις καταγράφονται και στη δαπάνη για τρόφιμα. Η μεγαλύτερη αύξηση της μέσης μηνιαίας δαπάνης το 2025 καταγράφηκε στον καφέ, το τσάι και το κακάο, με άνοδο 11,9%. Ακολούθησαν το κρέας (+9,9%), τα ψάρια (+8%), η ζάχαρη, οι μαρμελάδες, το μέλι και η σοκολάτα (+6,5%), τα φρούτα (+5,4%) και τα γαλακτοκομικά προϊόντα και αυγά (+4,9%).

Αύξηση σημειώθηκε επίσης στις δαπάνες για μεταλλικά νερά, αναψυκτικά και χυμούς (+2%), αλεύρι, ψωμί και δημητριακά (+2%) και λαχανικά (+0,6%).

Στον αντίποδα, η δαπάνη για έλαια και λίπη μειώθηκε κατά 11,2%, ενώ στα λοιπά είδη διατροφής καταγράφηκε μείωση 1,8%.

Μειώθηκε η κατανάλωση ψαριών και ψωμιού

Η εξέλιξη των τιμών δεν συνοδεύτηκε σε όλες τις κατηγορίες από αύξηση των ποσοτήτων που καταναλώνονται. Η μέση μηνιαία κατανάλωση μειώθηκε στα ψάρια κατά 2,6%, στο ψωμί και τα είδη αρτοποιίας κατά 2,4%, στα τσιγάρα κατά 1,8%, στα λαχανικά κατά 1,6%, στα φρούτα κατά 1,2% και στο γάλα κατά 1,2%.

Αντίθετα, αυξήθηκε η κατανάλωση αυγών κατά 11,8%, ελαιολάδου κατά 8,4%, οινοπνευματωδών ποτών κατά 6,5%, ρυζιού κατά 5,8%, ζυμαρικών κατά 2,7%, γιαουρτιού κατά 1,5%, τυριού κατά 1,1% και κρέατος κατά 0,8%.

Περισσότερη κατανάλωση ενέργειας

Αύξηση καταγράφηκε και στις ποσότητες ενέργειας που καταναλώνονται στην κύρια κατοικία. Η κατανάλωση φυσικού αερίου αυξήθηκε κατά 17,2%, του υγραερίου κατά 15,2%, των υγρών καυσίμων κατά 14,6% και της ηλεκτρικής ενέργειας κατά 3,3%. Αντίθετα, μειώθηκε κατά 16,5% η κατανάλωση στερεών καυσίμων, όπως καυσόξυλα, πέλλετ και πυρήνας.

Μεγάλο χάσμα μεταξύ πόλης και υπαίθρου

Ισχυρές είναι οι διαφοροποιήσεις στις καταναλωτικές δαπάνες ανάλογα με τον τόπο κατοικίας. Τα νοικοκυριά στις αστικές περιοχές δαπανούν κατά μέσο όρο 1.892,86 ευρώ τον μήνα, έναντι 1.386,11 ευρώ στις αγροτικές περιοχές. Η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών στις αγροτικές περιοχές είναι έτσι 26,8% χαμηλότερη από εκείνη των νοικοκυριών στις αστικές περιοχές.

Σε επίπεδο περιφερειών, τα νοικοκυριά της Αττικής δαπανούν κατά μέσο όρο ποσό που αντιστοιχεί στο 114,4% της μέσης μηνιαίας δαπάνης της χώρας. Στον αντίποδα, στη Στερεά Ελλάδα η αντίστοιχη δαπάνη αντιστοιχεί στο 75,4% του εθνικού μέσου όρου.

Η μεγαλύτερη ετήσια αύξηση της μέσης δαπάνης καταγράφηκε στη Στερεά Ελλάδα, με 15,9%, ενώ η μικρότερη στην Κρήτη, με 1,8%.

Το ύψος των δαπανών διαφοροποιείται σημαντικά ανάλογα με τη σύνθεση του νοικοκυριού. Τα μονομελή νοικοκυριά στα οποία το μέλος είναι ηλικίας 65 ετών και άνω δαπανούν κατά μέσο όρο ποσό που αντιστοιχεί μόλις στο 45,6% της μέσης μηνιαίας δαπάνης όλων των νοικοκυριών.

Στον αντίποδα, ένα ζευγάρι με δύο παιδιά ηλικίας έως 16 ετών δαπανά κατά μέσο όρο ποσό που αντιστοιχεί στο 149,8% του εθνικού μέσου όρου.

Ανάλογες αποκλίσεις προκύπτουν και ανάλογα με την επαγγελματική κατάσταση του υπευθύνου του νοικοκυριού. Τα νοικοκυριά στα οποία ο υπεύθυνος είναι οικονομικά μη ενεργός ή άνεργος δαπανούν το 68,6% της μέσης μηνιαίας δαπάνης, ενώ στα νοικοκυριά όπου ο υπεύθυνος είναι αυτοαπασχολούμενος με μισθωτούς το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται σε 217,9%.

Σε επίπεδο ηλικίας, οι υψηλότερες δαπάνες καταγράφονται στα νοικοκυριά με υπεύθυνο ηλικίας 35-44 ετών, στο 133,3% του μέσου όρου. Τα νοικοκυριά με υπεύθυνο ηλικίας 75 ετών και άνω περιορίζονται στο 55,6%.

Το χάσμα πλούτου αποτυπώνεται στο καλάθι κατανάλωσης

Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η εικόνα ανάμεσα στο φτωχότερο και το πλουσιότερο 20% του πληθυσμού. Η μέση ισοδύναμη δαπάνη του πλουσιότερου 20% είναι 5,78 φορές μεγαλύτερη από εκείνη του φτωχότερου 20%, έναντι 5,68 φορές το 2024.

Το χάσμα περιορίζεται σε 4,52 φορές όταν στην καταναλωτική δαπάνη συνυπολογίζονται και οι τεκμαρτές δαπάνες. Τα νοικοκυριά του φτωχότερου 20% αύξησαν τις δαπάνες τους κατά 4,5% το 2025, ενώ τα νοικοκυριά του πλουσιότερου 20% κατά 6,4%.

Η διαφορά αποτυπώνεται ακόμη πιο καθαρά στη σύνθεση του οικογενειακού προϋπολογισμού: τα τρόφιμα απορροφούν το 31,9% της μέσης ισοδύναμης δαπάνης των νοικοκυριών του φτωχότερου 20%, έναντι μόλις 13,2% για το πλουσιότερο 20%.

Για τα φτωχά νοικοκυριά, η μέση μηνιαία ισοδύναμη δαπάνη αντιστοιχεί στο 32,1% εκείνης των μη φτωχών. Παράλληλα, τα φτωχά νοικοκυριά διαθέτουν το 31,9% του προϋπολογισμού τους για τρόφιμα και μη οινοπνευματώδη ποτά, έναντι 19,5% των μη φτωχών.

Τι διαθέτει το μέσο ελληνικό νοικοκυριό

Η έρευνα καταγράφει και τις συνθήκες διαβίωσης των ελληνικών νοικοκυριών. Το 100% διαθέτει έγχρωμη τηλεόραση, το 96,4% κινητό τηλέφωνο και το 85,2% σταθερό τηλέφωνο. Προσωπικό ηλεκτρονικό υπολογιστή με πρόσβαση στο διαδίκτυο διαθέτει το 80,9% των νοικοκυριών, ενώ τουλάχιστον ένα επιβατηγό ΙΧ διαθέτει το 69,5%.

Δεύτερη κατοικία διαθέτει το 16,8% των νοικοκυριών, ποσοστό αυξημένο κατά 4% σε σχέση με το 2024, ενώ κλειστό χώρο στάθμευσης διαθέτει το 13,7%. Ως κύρια πηγή θέρμανσης, το 56,6% χρησιμοποιεί κεντρική θέρμανση, ενώ ειδικότερα το 36,6% χρησιμοποιεί καλοριφέρ πετρελαίου και το 18,6% φυσικό αέριο.

Στην ψύξη, το 78,9% των νοικοκυριών χρησιμοποιεί κλιματιστικό, ενώ το 17% των κατοικιών δεν διαθέτει σύστημα ψύξης.

Οι δαπάνες παραμένουν χαμηλότερες από το 2008

Παρά την άνοδο που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια, η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών το 2025 παραμένει χαμηλότερη από τα επίπεδα πριν από την οικονομική κρίση. Σε σύγκριση με το 2010, η μέση μηνιαία δαπάνη είναι μειωμένη κατά 4,7%, ενώ σε σχέση με το 2008 η μείωση φτάνει το 12%. Αντίθετα, σε σύγκριση με το 2020, όταν καταγράφηκε η χαμηλότερη δαπάνη, η αύξηση φτάνει το 39%.




By browsing this website, you agree to our privacy policy.
I Agree