Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν από τον Αλέξανδρο Φλώρο, Retail Vertical Leader Mediterranean Cluster της NielsenIQ, στο πλαίσιο της ετήσιας γενικής συνέλευσης της Ελληνική Επιτροπή ECR, ο συνολικός τζίρος του οργανωμένου λιανεμπορίου αυξήθηκε κατά 6,1% το πρώτο δίμηνο του 2026.
Την ίδια περίοδο, η αγορά των FMCG κατέγραψε αύξηση αξίας πωλήσεων κατά 4,9%, έναντι 8,3% την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Η ανάπτυξη προήλθε κυρίως από την αύξηση του όγκου πωλήσεων, η οποία ανήλθε στο 7,3%, ενώ η επίδραση των τιμών παρέμεινε περιορισμένη στο 1%, στοιχείο που υποδηλώνει σταδιακή επάνοδο της πραγματικής κατανάλωσης μετά την περίοδο έντονων ανατιμήσεων.
Στο κανάλι Cash & Carry, η αξία των πωλήσεων αυξήθηκε κατά 4,6% το πρώτο δίμηνο του έτους. Η άνοδος αυτή αποδίδεται κυρίως στην αύξηση του όγκου κατά 6,1%, καθώς οι τιμές κινήθηκαν πτωτικά κατά 1,5%.
Παρά την αύξηση της κατανάλωσης, η καταναλωτική ψυχολογία στην Ελλάδα παραμένει πιεσμένη. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, το 52% των Ελλήνων καταναλωτών δηλώνει ότι βρίσκεται σε χειρότερη οικονομική κατάσταση σε σχέση με το παρελθόν, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από το 32% που καταγράφεται σε παγκόσμιο επίπεδο. Μόλις το 3% δηλώνει ότι μπορεί να ξοδεύει ελεύθερα, ενώ το 63% αναφέρει ότι το εισόδημά του επαρκεί μόνο για την κάλυψη βασικών αναγκών.
Η πίεση στα νοικοκυριά αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στη σωρευτική άνοδο των τιμών τα τελευταία χρόνια. Ειδικότερα, η μέση πληθωριστική επίδραση στην Ελλάδα για την περίοδο 2004–2025 ανέρχεται στο +48,8%, ενώ στο ενεργειακό κόστος η σωρευτική αύξηση στον δείκτη ηλεκτρισμού, φυσικού αερίου και θερμικής ενέργειας φτάνει περίπου τις 120 μονάδες σε σύγκριση με το 2006.
Σε επίπεδο συνολικής αγοράς, το 2025 το «καλάθι» των κατηγοριών FMCG ενισχύθηκε κατά 5,7% σε αξία, με τις πωλήσεις να διαμορφώνονται στα 19,323 δισ. ευρώ έναντι 18,288 δισ. ευρώ το 2024. Ο βασικός μοχλός ανάπτυξης ήταν το οργανωμένο λιανεμπόριο, το οποίο κατέγραψε άνοδο 7,1% και αντιπροσωπεύει πλέον το 82,4% της συνολικής αξίας πωλήσεων της αγοράς.
Βασικός πυλώνας τα τρόφιμα – ποτά
Σε επίπεδο κατηγοριών προϊόντων, τα τρόφιμα και ποτά παραμένουν ο βασικός πυλώνας της αγοράς, σημειώνοντας ετήσια αύξηση 6,8%, ενώ τα fresh & bulk προϊόντα κατέγραψαν ακόμη ισχυρότερη ανάπτυξη, της τάξης του 10,1%, αντανακλώντας τη στροφή των καταναλωτών προς βασικές καθημερινές αγορές.
Ανοδικά κινήθηκαν και τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας (Private Label), τα οποία αυξήθηκαν κατά 6,1%, ενισχύοντας οριακά το μερίδιό τους στο 24,4% από 24,3%, επιβεβαιώνοντας ότι η αναζήτηση καλύτερης σχέσης ποιότητας–τιμής παραμένει βασικό κριτήριο επιλογής για τον Έλληνα καταναλωτή.
Σε γεωγραφικό επίπεδο, η Αττική συνεχίζει να αποτελεί τη σημαντικότερη αγορά, συνεισφέροντας το 41% της συνολικής αξίας πωλήσεων, αν και ο ρυθμός ανάπτυξης της περιοχής (+5,9%) υπολείπεται του εθνικού μέσου όρου (+7,1%) και είναι σημαντικά χαμηλότερος από αυτόν των νησιωτικών περιοχών, όπου η αύξηση αγγίζει το 10%.
Τέλος, αξιοσημείωτη είναι και η μείωση της προωθητικής έντασης μέσα στο 2025, ιδιαίτερα στα επώνυμα προϊόντα FMCG. Το ποσοστό των πωλήσεων που πραγματοποιήθηκαν υπό καθεστώς προσφορών υποχώρησε από 64,4% τον Ιανουάριο στο 39,6% τον Δεκέμβριο, γεγονός που αντανακλά τη σταδιακή εξομάλυνση της αγοράς μετά την περίοδο έντονου πληθωρισμού.
Όπως επισήμανε ο Αλέξανδρος Φλώρος, η γεωπολιτική αστάθεια και ιδιαίτερα η κρίση στη Μέση Ανατολή δημιουργούν αυξημένη αβεβαιότητα για τις προοπτικές της αγοράς το 2026, καθιστώντας δύσκολη την ασφαλή πρόβλεψη για την πορεία της χρονιάς. Παρά ταύτα, εκτίμησε ότι η ελληνική οικονομία αναμένεται να συνεχίσει να αναπτύσσεται με ρυθμούς υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ο οποίος εκτιμάται περίπου στο 1,2%.
