Το ιστορικό αυτό ρεκόρ αντιστοιχεί σε αύξηση 11% στα συνολικά έσοδα σε σχέση με την προηγούμενη σεζόν, καθώς και οι τρεις βασικές πηγές εσόδων κατέγραψαν επίπεδα-ρεκόρ.
Η Ρεάλ Μαδρίτης διατηρήθηκε στην κορυφή της σχετικής λίστας, καταγράφοντας έσοδα κοντά στα €1,2 δισ. κατά τη διάρκεια της σεζόν 2024/25. Ακολουθούν η Μπαρτσελόνα (€975 εκατ.), η Μπάγερν Μονάχου (€861 εκατ.), η Παρί Σεν-Ζερμέν (€837 εκατ.) και η Λίβερπουλ (€836 εκατ.).
Εμπορικά έσοδα: βασικός μοχλός ανάπτυξης
Τα έσοδα από εμπορικές δραστηριότητες (€5,3 δισ.) παρέμειναν η μεγαλύτερη πηγή εσόδων για τους συλλόγους της Money League για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, αντιπροσωπεύοντας το 43% των συνολικών εσόδων για το 2024/25. Αυτό οφείλεται στην αλλαγή των επιχειρηματικών μοντέλων των συλλόγων, με έμφαση στην περαιτέρω αξιοποίηση των υποδομών του γηπέδου και πέριξ αυτού, τις ημέρες χωρίς αγώνα, στην αύξηση των εσόδων από χορηγίες και στην καλύτερη απόδοση του λιανεμπορίου (retail). Τα εμπορικά έσοδα αντιστοιχούν σχεδόν στο μισό (48%) των συνολικών εσόδων των συλλόγων της πρώτης δεκάδας, αλλά μόλις στο ένα τρίτο (32%) για τους συλλόγους που κατατάσσονται από την 11η έως την 20ή θέση.
Matchday και broadcast έσοδα
Τα έσοδα από τις ημέρες διεξαγωγής αγώνων (matchday revenue) σημείωσαν ετήσια αύξηση της τάξης του 16% και παρέμειναν η ταχύτερα αναπτυσσόμενη πηγή εσόδων, αποφέροντας €2,4 δισ. στους συλλόγους της Money League (19% των συνολικών εσόδων). Η αναβάθμιση της εμπειρίας των
φιλάθλων, σε συνδυασμό με την αυξημένη αξιοποίηση πρόσθετων «πηγών» εσόδων, όπως τα Personal Seat Licenses (PSL), συνέβαλαν καθοριστικά στην αύξηση αυτή.
Τα έσοδα από δικαιώματα μετάδοσης αγώνων (broadcast revenue) αυξήθηκαν κατά 10%, αντιπροσωπεύοντας το 38% των συνολικών εσόδων. Η αύξηση αυτή οφείλεται κυρίως στην επίδραση του FIFA Club World Cup όπου δέκα σύλλογοι της Money League συμμετείχαν στο περσινό τουρνουά, γεγονός που οδήγησε σε αύξηση κατά 17% των εσόδων από τηλεοπτικά δικαιώματα για τους συγκεκριμένους συλλόγους. Παράλληλα, η επέκταση των τριών βασικών διοργανώσεων των ανδρικών συλλόγων της UEFA με περισσότερες ομάδες και αγώνες, συνέβαλε επίσης στη συνολική αύξηση των εσόδων.
Παρότι τα έσοδα, τόσο των συλλόγων της πρώτης δεκάδας, όσο και εκείνων που κατατάσσονται από την 11η έως την 20ή θέση έχουν αυξηθεί σημαντικά την τελευταία δεκαετία (κατά 60% και 84% αντίστοιχα), οι παράγοντες που οδηγούν σε αυτή την ανάπτυξη διαφέρουν.
Ο Tim Bridge, Lead Partner του Deloitte Sports Business Group, σημειώνει σχετικά: «Η φετινή Money League αναδεικνύει τη συνεχιζόμενη εμπορική εξέλιξη της ποδοσφαιρικής ελίτ, καθώς οι σύλλογοι αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερο έλεγχο στις δυνατότητες δημιουργίας εσόδων. Δεν είναι τυχαίο ότι οι σύλλογοι που βρίσκονται στις υψηλότερες θέσεις της κατάταξης (1η έως 10η θέση) είναι εκείνοι που μπορούν να επενδύουν συστηματικά στην ανάπτυξη των εμπορικών τους εσόδων, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου τα εγχώρια τηλεοπτικά δικαιώματα εμφανίζουν σημάδια στασιμότητας.
Παράλληλα, παρατηρείται σημαντική μετατόπιση στα επιχειρηματικά μοντέλα ορισμένων συλλόγων, με αυξημένη έμφαση στη μεγιστοποίηση της αξίας του brand και των υποδομών των γηπέδων. Η παρουσία ξενοδοχείων, εστιατορίων και ζυθοποιείων εντός των εγκαταστάσεων είναι πλέον συνηθισμένη και αποτυπώνει μια στρατηγική επιλογή διαφοροποίησης των εσόδων μέσω της δημιουργίας προορισμών ψυχαγωγίας καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Η καινοτόμος αυτή προσέγγιση διευρύνει σημαντικά τις πηγές εσόδων, επιτρέποντας στους συλλόγους να αξιοποιήσουν ευκαιρίες πέρα από την παραδοσιακή εμπειρία της ημέρας του αγώνα, με στόχο τη διασφάλιση πιο βιώσιμων οικονομικών προοπτικών».
Ισπανική κυριαρχία στην κορυφή της Money League
Η Ρεάλ Μαδρίτης εδραίωσε τη θέση της στην κορυφή της Money League, δημιουργώντας έσοδα κοντά στα €1,2 δισ. για το 2024/25. Παρότι κατέγραψε μείωση 6% στα έσοδα αγώνων, τα εμπορικά της έσοδα αυξήθηκαν κατά 23%, ενισχυμένα από βελτιωμένες πωλήσεις προϊόντων και νέους εμπορικές συνεργασίες.
Για πρώτη φορά από τη σεζόν 2019/20, η Μπαρτσελόνα (2η θέση) επέστρεψε στην πρώτη τριάδα της Money League, καταγράφοντας έσοδα €975 εκατ., παρά το γεγονός ότι συνέχισε να αγωνίζεται εκτός Spotify Camp Nou τη σεζόν 2024/25. Ο σύλλογος κατέγραψε αύξηση εσόδων 27% σε σχέση με το 2023/24 (όταν κατείχε την 6η θέση), κυρίως λόγω της εισαγωγής PSLs στο πλαίσιο της ανακατασκευής του σταδίου της.
Αγγλική παρουσία στη λίστα
Η αγωνιστική επιτυχία παρέμεινε καθοριστικός παράγοντας για τη θέση των συλλόγων στη Money League. Για πρώτη φορά στην ιστορία της, η Λίβερπουλ αναδείχθηκε ως ο αγγλικός σύλλογος με τα υψηλότερα έσοδα (€836 εκατ.), ανεβαίνοντας στην πέμπτη θέση. Η άνοδος αυτή οφείλεται στην επιστροφή του συλλόγου στο UEFA Champions League (UCL) και στην αύξηση 7% των εμπορικών εσόδων, μετά τη διοργάνωση περισσότερων εκδηλώσεων εκτός αγωνιστικών ημερών στο Anfield.
Αντίθετα, η Μάντσεστερ Σίτι (€829 εκατ.), υποχώρησε τέσσερις θέσεις καταλαμβάνοντας την έκτη, λόγω χαμηλότερης κατάταξης στην Premier League και πρόωρου αποκλεισμού από το Champions League σε σύγκριση με την προηγούμενη σεζόν.
Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ υποχώρησε από την τέταρτη στην όγδοη θέση, καθώς τα έσοδά της από τις μεταδόσεις μειώθηκαν από €258 εκατ. σε €206 εκατ., κυρίως λόγω απουσίας από το Champions League καθώς και από το γεγονός ότι βρίσκεται στην 15η θέση στο εγχώριο πρωτάθλημα.
FIFA Club World Cup και Ligue 1Η συμμετοχή στο FIFA Club World Cup 2025 απέφερε σημαντικά έσοδα για τους συλλόγους της φετινής Money League. Η Μπάγερν Μονάχου (€861 εκατ.) επωφελήθηκε από την αύξηση των τηλεοπτικών εσόδων λόγω της συμμετοχής της στη διοργάνωση, επιστρέφοντας στην πρώτη τριάδα για πρώτη φορά από τη σεζόν 2020/21. Η πορτογαλική Μπενφίκα (19η θέση, €283 εκατ.) συμμετείχε επίσης στη διοργάνωση και εμφανίστηκε στη Money League για πρώτη φορά από το 2005/06, αποτελώντας τον πρώτο σύλλογο εκτός των «big five» πρωταθλημάτων μετά το 2020/21.
Επίσης, για πρώτη φορά από τη σεζόν 2021/22, η κατάταξη περιλάμβανε μόνο έναν γαλλικό σύλλογο, την Παρί Σεν-Ζερμέν (€837 εκατ., 4η θέση), η οποία αποτελεί τον μοναδικό εκπρόσωπο της Ligue 1, καθώς το πρωτάθλημα αντιμετώπισε προκλήσεις με τα εγχώρια τηλεοπτικά δικαιώματα για τη σεζόν 2024/25.
Όπως προσθέτει ο Tim Bridge: «Η αγωνιστική απόδοση παραμένει βασικός παράγοντας για την άνοδο των συλλόγων στις ανώτερες θέσεις της κατάταξης, με πολλούς να επωφελούνται από τις νέες και διευρυμένες ευρωπαϊκές και διεθνείς διοργανώσεις. Τη σεζόν 2024/25, οι σύλλογοι της Money League συμμετείχαν κατά μέσο όρο σε περισσότερους αγώνες σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, γεγονός που αντικατοπτρίζει τόσο την εξέλιξη των διοργανώσεων όσο και την αγωνιστική επιτυχία πολλών συμμετεχόντων. Παρότι αυτή η ανάπτυξη δημιουργεί σημαντικές οικονομικές ευκαιρίες, απαιτείται ισορροπία μεταξύ της μεγιστοποίησης των εσόδων και της προστασίας τόσο της αξίας του αγωνιστικού προϊόντος όσο και της υγείας των παικτών, εν μέσω ενός ολοένα και πιο απαιτητικού αγωνιστικού προγράμματος».
Οι κορυφαίοι σύλλογοι του γυναικείου ποδοσφαίρου ξεπερνούν για πρώτη φορά τα €150 εκατ. σε έσοδα.
Για τέταρτη χρονιά, η Deloitte Football Money League παρουσιάζει 15 από τους κορυφαίους συλλόγους γυναικείου ποδοσφαίρου παγκοσμίως. Σε μια ακόμη χρονιά ρεκόρ, οι σύλλογοι αυτοί κατέγραψαν για πρώτη φορά μέσο όρο εσόδων άνω των €10 εκατ., με συνολικά έσοδα €158 εκατ., αυξημένα κατά 35% σε σχέση με πέρυσι.
Η Άρσεναλ (Γυναικών) κατέλαβε την πρώτη θέση στη φετινή λίστα, εκθρονίζοντας για πρώτη φορά την Μπαρτσελόνα (Γυναικών), με έσοδα €25,6 εκατ., αυξημένα κατά 43% σε σχέση με την προηγούμενη σεζόν. Η σημαντική επένδυση στη συλλογή και αξιοποίηση δεδομένων φιλάθλων, καθώς και σε στοχευμένες δράσεις ενεργοποίησης και εμπλοκής του κοινού, οδήγησαν σε προσέλευση άνω των 35.000 θεατών σε πέντε διαφορετικές ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις κατά τη διάρκεια της σεζόν 2024/25. Η Τσέλσι (Γυναικών) ακολουθεί στη δεύτερη θέση (€25,4 εκατ.), καταγράφοντας τα υψηλότερα εμπορικά έσοδα μεταξύ των 15 κορυφαίων συλλόγων (€19,1 εκατ.), ενώ η Μπαρτσελόνα (Γυναικών) με €22 εκατ. συμπληρώνει την πρώτη τριάδα, μετά από μία ακόμη επιτυχημένη εγχώρια σεζόν.
Η Jennifer Haskel, Κnowledge and Ιnsight Lead του Deloitte Sports Business Group, υπογραμμίζει ότι: «Παρότι η ανάπτυξη στο γυναικείο ποδόσφαιρο έχει επιταχυνθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, η μετάβαση από τη φάση της “start-up” στη φάση της ωρίμανσης/εδραίωσης απαιτεί χρόνο, επενδύσεις και συνεχή προσπάθεια για τη δημιουργία σταθερών βάσεων.
Καθώς επιτυγχάνονται νέα ορόσημα, συμπεριλαμβανομένων νέων και μεγαλύτερων διοργανώσεων σε διεθνές επίπεδο, οι ηγέτες του κλάδου οφείλουν να συνεχίσουν να καινοτομούν, προστατεύοντας παράλληλα τις ανάγκες των φιλάθλων και των παικτών, ώστε να διαμορφωθεί ένα πιο βιώσιμο μέλλον για το άθλημα».
