Η κοινωνική και προσιτή κατοικία στην Ευρώπη δεν αποτελεί πλέον μια περιφερειακή δραστηριότητα του Δημοσίου. Πίσω από το ευρωπαϊκό απόθεμα βρίσκεται ένα εκτεταμένο δίκτυο άνω των 43.000 δημόσιων, συνεταιριστικών και κοινωνικών φορέων κατοικίας, οι οποίοι διαχειρίζονται περίπου 25 εκατ. κατοικίες, αριθμό που αντιστοιχεί περίπου στο 11% του ευρωπαϊκού οικιστικού αποθέματος.
Ο αριθμός είναι ενδεικτικός του μεγέθους μιας αγοράς που περιλαμβάνει πολύ περισσότερα από τους παραδοσιακούς developers. Housing associations, δημοτικές εταιρείες, συνεταιρισμοί, μη κερδοσκοπικοί και limited-profit οργανισμοί λειτουργούν ως ιδιοκτήτες, developers και asset managers. Γύρω τους αναπτύσσεται ένα δεύτερο επίπεδο ιδιωτικών επιχειρήσεων: κατασκευαστές, αρχιτέκτονες, μηχανικοί, ενεργειακές εταιρείες, προμηθευτές υλικών, τράπεζες και επενδυτικά κεφάλαια.
Το μοντέλο διαφοροποιείται σημαντικά ανά χώρα. Στην Ολλανδία, φορείς της κοινωνικής οικονομίας παρέχουν το 82% της κοινωνικής ενοικιαζόμενης κατοικίας, στην Αυστρία το 61%, στη Γαλλία το 53% και στη Δανία το 33%. Η παραγωγική τους ισχύς είναι επίσης αξιοσημείωτη: το 2024 οι ολλανδικές housing associations παρέδωσαν περίπου το ένα τρίτο όλων των νέων κατοικιών της χώρας, ενώ στη Γαλλία οι αντίστοιχοι φορείς αντιπροσώπευσαν σχεδόν το 30% των νέων έργων.
Αυτό ακριβώς αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ελλάδα. Η εφαρμογή της νέας Εθνικής Στρατηγικής Στέγασης δεν δημιουργεί μόνο ανάγκη για περισσότερες κατοικίες. Δημιουργεί δυνητικά μια νέα αγορά εταιρειών και εξειδικευμένων φορέων γύρω από την προσιτή κατοικία.
Και εκεί βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη επιχειρηματική ευκαιρία: όχι απλώς στην κατασκευή κοινωνικών κατοικιών, αλλά στη δημιουργία ενός ολόκληρου νέου housing industry γύρω από την ανάπτυξη, επανάχρηση, χρηματοδότηση, ενεργειακή αναβάθμιση και μακροχρόνια διαχείρισή τους.
