Μιλώντας στο CNBC, ο επικεφαλής του τραπεζικού ομίλου χαρακτήρισε την τεχνητή νοημοσύνη ως μια τεχνολογία που μπορεί να αναδιαμορφώσει ριζικά τις επιχειρήσεις και τις λειτουργίες τους, ενισχύοντας την παραγωγικότητα και μεταβάλλοντας τον τρόπο με τον οποίο εργάζονται οι εργαζόμενοι. Όπως σημείωσε, η HSBC βρίσκεται ήδη σε πορεία υιοθέτησης της τεχνολογίας, με στόχο τον συνολικό ανασχεδιασμό των τραπεζικών δραστηριοτήτων της.
Ωστόσο, όταν η συζήτηση μεταφέρεται από την αξιοποίηση της AI στις επενδύσεις στις υποδομές που την υποστηρίζουν, ο Georges Elhedery προκρίνει μια πιο προσεκτική προσέγγιση.
«Πρέπει να είναι κανείς επιλεκτικός», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι οι επενδυτές οφείλουν να εξετάζουν την ποιότητα των μισθωτικών συμβάσεων, καθώς και την τιμολόγησή τους. Όπως εξήγησε, ορισμένες συμφωνίες δεν προσφέρουν την ίδια ασφάλεια και επενδυτική ποιότητα, ενώ άλλες ενδέχεται να αποδειχθούν περισσότερο προβληματικές.
Το στοίχημα των 7 τρισ. δολαρίων
Η προειδοποίηση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ανάπτυξη υποδομών για την τεχνητή νοημοσύνη εξελίσσεται σε μία από τις μεγαλύτερες επενδυτικές τάσεις διεθνώς.
Τα data centers αποτελούν τη βασική υποδομή για τη λειτουργία των εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης και του υπολογιστικού νέφους (cloud computing), φιλοξενώντας τους διακομιστές που απαιτούνται για την επεξεργασία τεράστιων όγκων δεδομένων.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της McKinsey, οι παγκόσμιες δαπάνες για την ανάπτυξη κέντρων δεδομένων θα μπορούσαν να φθάσουν τα 7 τρισ. δολάρια έως το 2030, καθώς οι τεχνολογικοί κολοσσοί και οι πάροχοι ψηφιακών υπηρεσιών επιταχύνουν την επέκταση της υπολογιστικής τους δυναμικότητας.
Η HSBC βρίσκεται ήδη στο επίκεντρο αυτής της αγοράς, τόσο ως χρηματοδότης όσο και μέσω της δραστηριοποίησής της στον τομέα των data centers. Στην ετήσια έκθεσή της για το 2025, η τράπεζα περιέγραψε τη στρατηγική της να καταστεί κορυφαίος χρηματοπιστωτικός εταίρος για ταχέως αναπτυσσόμενους κλάδους που συνδέονται με την ενεργειακή και τεχνολογική μετάβαση, συμπεριλαμβανομένων των κέντρων δεδομένων και της τεχνητής νοημοσύνης.
Η χρηματοδότηση της AI αυξάνει τους κινδύνους στις αγορές ομολόγων
Πίσω από τις μεγάλες επενδυτικές προοπτικές, ωστόσο, συσσωρεύονται και χρηματοοικονομικοί κίνδυνοι. Η κούρσα για την ανάπτυξη υποδομών τεχνητής νοημοσύνης οδηγεί τις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες σε αυξημένο δανεισμό, ενώ ενισχύεται παράλληλα ο ρόλος των ιδιωτικών πιστώσεων (private credit) στη χρηματοδότηση νέων έργων.
Η εξέλιξη αυτή εντείνει τον ανταγωνισμό για την εξασφάλιση κεφαλαίων μεταξύ κυβερνήσεων και επιχειρήσεων, σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος χρηματοδότησης παραμένει αυξημένο και τα επίπεδα χρέους προκαλούν ανησυχία στις αγορές.
Την πίεση αυτή ανέδειξε πρόσφατα και ο Mohamed El-Erian, επικεφαλής οικονομικός σύμβουλος της Allianz και πρώην διευθύνων σύμβουλος της PIMCO, μιλώντας στη σύνοδο GZERO Summit στο Λονδίνο.
Όπως ανέφερε, οι κυβερνήσεις καλούνται να χρηματοδοτήσουν τα δημοσιονομικά τους ελλείμματα και να αναχρηματοδοτήσουν υφιστάμενο χρέος με υψηλότερα επιτόκια, την ώρα που οι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας αυξάνουν θεαματικά τις εκδόσεις ομολόγων τους για να χρηματοδοτήσουν τις επενδύσεις στην AI.
Σύμφωνα με τον El-Erian, οι εταιρείες hyperscalers άντλησαν περίπου 200 δισ. δολάρια μέσω ομολογιακών εκδόσεων το 2025, ενώ οι σχετικές ανάγκες χρηματοδότησης θα μπορούσαν να αυξηθούν σημαντικά το 2026. Η προθυμία τους να δανειστούν για να εξασφαλίσουν υποδομές τεχνητής νοημοσύνης, ακόμη και με υψηλότερο κόστος, εντείνει τον ανταγωνισμό για διαθέσιμα κεφάλαια.
Χρέος 4,1 τρισ. δολαρίων για την τεχνητή νοημοσύνη έως το 2030
Την κλίμακα της χρηματοδοτικής ανάγκης αποτυπώνει εκτίμηση της JPMorgan Chase, σύμφωνα με την οποία έως το τέλος της δεκαετίας θα μπορούσαν να εκδοθούν 4,1 τρισ. δολάρια νέου χρέους που σχετίζεται με την τεχνητή νοημοσύνη.
Η πρόβλεψη περιλαμβάνει τις ανάγκες χρηματοδότησης των εταιρειών που αναπτύσσουν data centers και άλλες υποδομές που συνδέονται με την AI, καθώς η ζήτηση για υπολογιστική ισχύ αυξάνεται.
Την ίδια στιγμή, οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων μεγάλων οικονομιών έχουν κινηθεί σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα μέσα στο 2026, υπό την επίδραση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, του αυξανόμενου δημόσιου χρέους, των επίμονων πληθωριστικών πιέσεων και των προσδοκιών για αυστηρότερη νομισματική πολιτική.
Σε αυτό το περιβάλλον, το βασικό ερώτημα για τους επενδυτές δεν είναι μόνο πόσο γρήγορα θα αναπτυχθεί η αγορά των data centers, αλλά και κατά πόσο τα αναμενόμενα έσοδα μπορούν να δικαιολογήσουν το κόστος των επενδύσεων και της χρηματοδότησής τους.
